νηματώδη
•
- ζωολογίαείδος σκουληκιών που ανήκουν στη συνομοταξία των Νηματωδών (Nematoda) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νηματώδη < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου νηματώδης < (ελληνιστική κοινή)· (λόγιο δάνειο) νεολατινική Nematoda (ταξινομικός όρος) όπως και από τη γαλλική nématodes ή την αγγλική nematodes
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νηματώδη | νηματώδη |
| Γενική | — | νηματωδών |
| Αιτιατική | — | νηματώδη |
| Κλητική | — | νηματώδη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →