Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νηπενθής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν πενθεί, που δεν αισθάνεται λύπη Βικιλεξικό
  2. που δεν προξενεί λύπη Βικιλεξικό
    • Νηπενθή (Συλλογή ποιημάτων του Κώστα Καρυωτάκη)

Ετυμολογία

νηπενθής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική νηπενθής < νη- + πένθ(ος) + -ής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνηπενθήςνηπενθήςνηπενθές
Γενικήνηπενθούςνηπενθούςνηπενθούς
Αιτιατικήνηπενθήνηπενθήνηπενθές
Κλητικήνηπενθή / νηπενθήςνηπενθήςνηπενθές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνηπενθείςνηπενθείςνηπενθή
Γενικήνηπενθώννηπενθώννηπενθών
Αιτιατικήνηπενθείςνηπενθείςνηπενθή
Κλητικήνηπενθείςνηπενθείςνηπενθή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →