νηπενθής
•
- που δεν πενθεί, που δεν αισθάνεται λύπη Βικιλεξικό
- που δεν προξενεί λύπη Βικιλεξικό
- Νηπενθή (Συλλογή ποιημάτων του Κώστα Καρυωτάκη)
Ετυμολογία
νηπενθής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική νηπενθής < νη- + πένθ(ος) + -ής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νηπενθής | νηπενθής | νηπενθές |
| Γενική | νηπενθούς | νηπενθούς | νηπενθούς |
| Αιτιατική | νηπενθή | νηπενθή | νηπενθές |
| Κλητική | νηπενθή / νηπενθής | νηπενθής | νηπενθές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νηπενθείς | νηπενθείς | νηπενθή |
| Γενική | νηπενθών | νηπενθών | νηπενθών |
| Αιτιατική | νηπενθείς | νηπενθείς | νηπενθή |
| Κλητική | νηπενθείς | νηπενθείς | νηπενθή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →