νηπιοβαπτισμός
•
- χριστιανισμόςη συνήθεια της βάπτισης των νηπίων Βικιλεξικό
- χριστιανισμόςη νομότυπη καταπάτηση της αδιαμόρφωτης ακόμα ατομικής ελεύθερης θέλησης (βούλησης) του νηπίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νηπιοβαπτισμός (μαρτυρείται από το 1869) < νήπι(ο) + ελληνιστική κοινή βαπτισμός (βάπτισμα, βάφτισμα)< βαπτίζω. Συγκρίνετε με το νηπιοβάπτισμα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νηπιοβαπτισμός | νηπιοβαπτισμοί |
| Γενική | νηπιοβαπτισμού | νηπιοβαπτισμών |
| Αιτιατική | νηπιοβαπτισμό | νηπιοβαπτισμούς |
| Κλητική | νηπιοβαπτισμέ | νηπιοβαπτισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →