Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νησιωτοπούλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νεαρή κοπέλα που ζει σε νησί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νησιωτοπούλα < νησιώτης + -πουλα (< -πουλος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνησιωτοπούλανησιωτοπούλες
Γενικήνησιωτοπούλας—
Αιτιατικήνησιωτοπούλανησιωτοπούλες
Κλητικήνησιωτοπούλανησιωτοπούλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →