νησιώτισσα
•
- νησιώτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νησιώτισσα < νησιώτης + κατάληξη θηλυκού -ισσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νησιώτισσα | νησιώτισσες |
| Γενική | νησιώτισσας | νησιωτισσών |
| Αιτιατική | νησιώτισσα | νησιώτισσες |
| Κλητική | νησιώτισσα | νησιώτισσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →