νησσοτρόφος
•
- που ασχολείται με τη νησσοτροφία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νησσοτρόφος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα νησσοτρόφος, ήδη το 1894. Μορφολογικά αναλύεται σε νήσσ(α) + -ο- + -τρόφος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νησσοτρόφος | νησσοτρόφοι |
| Γενική | νησσοτρόφου | νησσοτρόφων |
| Αιτιατική | νησσοτρόφο | νησσοτρόφους |
| Κλητική | νησσοτρόφε | νησσοτρόφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →