νηστικάδα
•
- ιδιωματικόη άσχημη οσμή ή γεύση που έχει το στόμα κάποιου που έχει μείνει νηστικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νηστικάδα < νηστικ(ός) + -άδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νηστικάδα | νηστικάδες |
| Γενική | νηστικάδας | νηστικάδων |
| Αιτιατική | νηστικάδα | νηστικάδες |
| Κλητική | νηστικάδα | νηστικάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →