νηστικάτα
•
- έχοντας μείνει νηστικοί Βικιλεξικό
- ήπιε ολόκληρο μπουκάλι ούζο νηστικάτα και τώρα τον πονάει το στομάχι του
Ετυμολογία
νηστικάτα < νηστικ(ός) + -άτα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
νηστικάτα < νηστικ(ός) + -άτα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →