Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νηστκό

/nistˈko/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μεταφορικάάτομο αφελές, χαζό ή ανόητο, που δεν καταλαβαίνει εύκολα ή φαίνεται διανοητικά αργό Βικιλεξικό
    • Στο χωριό μου, τα Βασιλικά Εύβοιας, λέμε: «Μη τον πολυρωτάς, είναι νηστκό και δε θα καταλάβει».
    • Της μιλάμε τόση ώρα και δεν έχει πάρει χαμπάρι. Νηστκό ντιπ!

Ετυμολογία

νηστκό < νηστικό, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου νηστικός με αποβολή του άτονου [i], χαρακτηριστικό των βόρειων διαλέκτων

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνηστκόνηστκά
Γενικήνηστκούνηστκών
Αιτιατικήνηστκόνηστκά
Κλητικήνηστκόνηστκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →