νηστκό
•
- μεταφορικάάτομο αφελές, χαζό ή ανόητο, που δεν καταλαβαίνει εύκολα ή φαίνεται διανοητικά αργό Βικιλεξικό
- Στο χωριό μου, τα Βασιλικά Εύβοιας, λέμε: «Μη τον πολυρωτάς, είναι νηστκό και δε θα καταλάβει».
- Της μιλάμε τόση ώρα και δεν έχει πάρει χαμπάρι. Νηστκό ντιπ!
Ετυμολογία
νηστκό < νηστικό, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου νηστικός με αποβολή του άτονου [i], χαρακτηριστικό των βόρειων διαλέκτων
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νηστκό | νηστκά |
| Γενική | νηστκού | νηστκών |
| Αιτιατική | νηστκό | νηστκά |
| Κλητική | νηστκό | νηστκά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →