νι
•
- γράμματο δέκατο τρίτο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (ν, κεφαλαίο: Ν) Βικιλεξικό
- νύγμα (σημάδι που βάζουμε δίπλα σε ένα στοιχείο καταλόγου το οποίο έχει εξελεγχθεί) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική νῦ < φοινικική 𐤍 (nūn)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →