Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νιάσιμο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το πρώτο όργωμα / άροση αγρού μετά από αγρανάπαυση Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: νιάσμα, νιάμα
  2. κατ’ επέκτασηόργωμα, άροση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νιάσιμο < ελληνιστική κοινή νεάσιμον, ουδέτερο του νεάσιμος < αρχαία ελληνική νεάω < νειός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνιάσιμονιασίματα
Γενικήνιασίματοςνιασιμάτων
Αιτιατικήνιάσιμονιασίματα
Κλητικήνιάσιμονιασίματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →