Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νιανιά

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ηχομιμητική λέξημωρουδίστικη λέξη για την πολτοποιημένη τροφή των μωρών Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάάχρωμος, ανούσιος, γλυκανάλατος, γραφικά δακρύβρεχτος, βαρετός, κοινότυπος, βαρετός, ανιαρός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νιανιά < → λείπει η ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →