νιαουρίζω
•
- κάνω νιάου Βικιλεξικό
- μεταφορικάμιλάω σιγά και σέρνοντας τη φωνή μου, σαν να νιαουρίζει γάτα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νιαουρίζω < νιάου + -ρίζω < (ηχομιμητική λέξη)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | νιαουρίζω | νιαουρίζεις | νιαουρίζει | νιαουρίζουμε | νιαουρίζετε | νιαουρίζουν / νιαουρίζουνε |
| Παρατατικός | νιαούριζα | νιαούριζες | νιαούριζε | νιαουρίζαμε | νιαουρίζατε | νιαουρίζαν / νιαουρίζανε / νιαούριζαν |
| Αόριστος | νιαούρισα | νιαούρισες | νιαούρισε | νιαουρίσαμε | νιαουρίσατε | νιαουρίσαν / νιαουρίσανε / νιαούρισαν |
| Μέλλοντας | θα νιαουρίζω / θα νιαουρίσω | θα νιαουρίζεις / θα νιαουρίσεις | θα νιαουρίζει / θα νιαουρίσει | θα νιαουρίζουμε / θα νιαουρίσουμε | θα νιαουρίζετε / θα νιαουρίσετε | θα νιαουρίζουν / θα νιαουρίζουνε / θα νιαουρίσουν / θα νιαουρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω νιαουρίσει | έχεις νιαουρίσει | έχει νιαουρίσει | έχουμε νιαουρίσει | έχετε νιαουρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα νιαουρίσει | είχες νιαουρίσει | είχε νιαουρίσει | είχαμε νιαουρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω νιαουρίσει / να νιαουρίζω / να νιαουρίσω | να έχεις νιαουρίσει / να νιαουρίζεις / να νιαουρίσεις | να έχει νιαουρίσει / να νιαουρίζει / να νιαουρίσει | να έχουμε νιαουρίσει / να νιαουρίζουμε / να νιαουρίσουμε | να έχετε νιαουρίσει / να νιαουρίζετε / να νιαουρίσετε | να νιαουρίζουν / να νιαουρίζουνε / να νιαουρίσουν / να νιαουρίσουνε |
| Προστακτική | — | νιαούριζε / νιαούρισε | — | — | νιαουρίζετε / νιαουρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →