νιζάμι
•
- ιστορίαδιοικητικό διάταγμα του δοβλετίου επί τουρκοκρατίας, το κρατούν νόμιμο, καθιερωμένη συνήθεια, έθος Βικιλεξικό
- ιστορίαναυτικός κώδικας βασισμένος σε ναυτικά έθιμα Βικιλεξικό
- σπουδαίος τέτοιος κώδικας ήταν τα νιζάμια των Σπετσών που αφορούσαν ναυπηγήσεις και χρήσεις (εκμετάλλευση - διαχείριση) καραβιών, ναυτολογήσεις, μεταφορές κ.ά.
Ετυμολογία
νιζάμι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική نظام (τουρκική nizam) < αραβική نِظَام (niẓām, οργάνωση, τάξη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νιζάμι | νιζάμια |
| Γενική | νιζαμιού | νιζαμιών |
| Αιτιατική | νιζάμι | νιζάμια |
| Κλητική | νιζάμι | νιζάμια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →