Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νιοστός

/ni.oˈstos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται σε ή συσχετίζεται με την μεταβλητή ν, κυρίως σε μαθηματικές εκφράσεις στις οποίες το ν συμβολίζει έναν αόριστο φυσικό αριθμό Βικιλεξικό
    • μία από τις νιοστές ρίζες του x^ν είναι x
    • για νιοστή φορά οι πολίτες εκφράζουν τη δυσαρέσκειά τους επιλέγοντας την αποχή από τις κάλπες

Ετυμολογία

νιοστός < νι + -οστός (κατά τα εκατοστός, χιλιοστός κλπ)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνιοστόςνιοστήνιοστό
Γενικήνιοστούνιοστήςνιοστού
Αιτιατικήνιοστόνιοστήνιοστό
Κλητικήνιοστένιοστήνιοστό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνιοστοίνιοστέςνιοστά
Γενικήνιοστώννιοστώννιοστών
Αιτιατικήνιοστούςνιοστέςνιοστά
Κλητικήνιοστοίνιοστέςνιοστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →