Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νιτρώδης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χημείαπου έχει σχέση με το άζωτο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένονιτρώδη: τα άλατα του νιτρώδους οξέος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νιτρώδης < ελληνιστική κοινή νιτρώδης < αρχαία ελληνική νίτρον ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική nitreux ή αγγλική nitrous)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνιτρώδηςνιτρώδηςνιτρώδες
Γενικήνιτρώδουςνιτρώδουςνιτρώδους
Αιτιατικήνιτρώδηνιτρώδηνιτρώδες
Κλητικήνιτρώδη / νιτρώδηςνιτρώδηςνιτρώδες

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνιτρώδειςνιτρώδειςνιτρώδη
Γενικήνιτρωδώννιτρωδώννιτρωδών
Αιτιατικήνιτρώδειςνιτρώδειςνιτρώδη
Κλητικήνιτρώδειςνιτρώδειςνιτρώδη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →