Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νιφετός

/ni.feˈtos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. μετεωρολογίαχιονοθύελλα Βικιλεξικό
    • Η Ελλάδα θα πρέπει να φάνηκε στις καταταλαιπωρημένες εκείνες πολεμικές φυλές ότι ήταν η χώρα που υμνούσαν οι ποιητές τους ως κατοικία των Μακάρων: σπάνιοι οι νιφετοί, ήπιοι οι άνεμοι και εκείνη η μαρμαρόεσσα αίγλη ολοχρονίς - το φως του Αιγαίου!
    • Βροχή. Ψιχαλιστὴ ποτιστικὴ δαρτή. / Ὑετός. Ὁμηρικὴ βροχή. / Ὄμβρος. Ἀρχαία βροχὴ – καταρρακτώδης. / Βροχὴ καὶ ἄλλα κατακρημνίσματα. / Χιών. Χιόνι χιονόνερο. Νιφετός.

Ετυμολογία

νιφετός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική νιφετός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνιφετόςνιφετοί
Γενικήνιφετούνιφετών
Αιτιατικήνιφετόνιφετούς
Κλητικήνιφετένιφετοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →