νιχιλιστικός
•
- που αφορά το νιχιλισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νιχιλιστικός < νιχιλιστής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νιχιλιστικός | νιχιλιστική | νιχιλιστικό |
| Γενική | νιχιλιστικού | νιχιλιστικής | νιχιλιστικού |
| Αιτιατική | νιχιλιστικό | νιχιλιστική | νιχιλιστικό |
| Κλητική | νιχιλιστικέ | νιχιλιστική | νιχιλιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νιχιλιστικοί | νιχιλιστικές | νιχιλιστικά |
| Γενική | νιχιλιστικών | νιχιλιστικών | νιχιλιστικών |
| Αιτιατική | νιχιλιστικούς | νιχιλιστικές | νιχιλιστικά |
| Κλητική | νιχιλιστικοί | νιχιλιστικές | νιχιλιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →