Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νογάω

ρήμα
•
  1. δημοτικήαντιλαμβάνομαι, νιώθω, καταλαβαίνω Βικιλεξικό
    • Οι Έλληνες, αν κι έχουν μερικά κοινά ελαττώματα με τους Ιταλούς, είχανε πάντα γι' αυτούς μια ενδόμυχη περιφρόνηση - τους θεωρούσανε τζερεμέδες. Κι ήταν και τουτο ένας παράγοντας που συντέλεσε στο «αλβανικό έπος». Ένας άλλος παράγοντας, που πολύ λίγοι τον πρόσεξαν κι ακόμα πιο λίγοι τον επισήμαναν, ήταν η άρνηση του ιταλικού λαού να πολεμήσει σ'έναν πόλεμο που δεν τον νογούσε (Ασημάκης Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε, εκδ. Μεταίχμιο, 2014)

Ετυμολογία

νογάω < πιθανόν μεσαιωνικό νογῶ + -άω < αρχαία ελληνική νοῶ, συνηρημένου τύπυ του νοέω με ανάπτυξη μεσοφωνηεντικού ⟨γ⟩ για αποφυγή της χασμωδίας

Άλλοι τύποι

νογούσα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →