νοδάρος
•
- ιδιωματικόο συμβολαιογράφος Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: νοτάριος
Ετυμολογία
νοδάρος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική νοδᾶρος < βενετική nodaro < λατινική notarius < noto (σημειώνω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νοδάρος | νοδάροι |
| Γενική | νοδάρου | νοδάρων |
| Αιτιατική | νοδάρο | νοδάρους |
| Κλητική | νοδάρε | νοδάροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →