Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νοεμβριάτικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. νοεμβριανός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νοεμβριάτικος < Νοέμβρι(ος) + -άτικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνοεμβριάτικοςνοεμβριάτικηνοεμβριάτικο
Γενικήνοεμβριάτικουνοεμβριάτικηςνοεμβριάτικου
Αιτιατικήνοεμβριάτικονοεμβριάτικηνοεμβριάτικο
Κλητικήνοεμβριάτικενοεμβριάτικηνοεμβριάτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνοεμβριάτικοινοεμβριάτικεςνοεμβριάτικα
Γενικήνοεμβριάτικωννοεμβριάτικωννοεμβριάτικων
Αιτιατικήνοεμβριάτικουςνοεμβριάτικεςνοεμβριάτικα
Κλητικήνοεμβριάτικοινοεμβριάτικεςνοεμβριάτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →