νοηματοδότηση
•
- το να αποδίδεις νόημα σε μια ενέργεια, να της δίνεις ουσία Βικιλεξικό
- να ερμηνεύεις μια ενέργεια, να κρίνεις το νόημά της ή τη σκοπιμότητά της Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νοηματοδότηση < νοηματοδοτώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νοηματοδότηση | νοηματοδοτήσεις |
| Γενική | νοηματοδότησης | νοηματοδοτήσεων |
| Αιτιατική | νοηματοδότηση | νοηματοδοτήσεις |
| Κλητική | νοηματοδότηση | νοηματοδοτήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →