Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νοητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη νόηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νοητικός < αρχαία ελληνική νοητικός < νοητός < νοῶ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνοητικόςνοητικήνοητικό
Γενικήνοητικούνοητικήςνοητικού
Αιτιατικήνοητικόνοητικήνοητικό
Κλητικήνοητικένοητικήνοητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνοητικοίνοητικέςνοητικά
Γενικήνοητικώννοητικώννοητικών
Αιτιατικήνοητικούςνοητικέςνοητικά
Κλητικήνοητικοίνοητικέςνοητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →