Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νοθεία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια του ρήματος νοθεύω Βικιλεξικό
  2. ο υποβιβασμός της ποιότητας ενός προϊόντος μέσω της ανάμειξής του με άλλο παρόμοιο αλλά κατώτερης ποιότητας Βικιλεξικό
    • «Η υπό σύσταση Επιτροπή για την καταπολέμηση της Διαφθοράς, όπως αυτή ανακοινώθηκε από τον Πρωθυπουργό, υπό τον Υπουργό Επικρατείας (…), πρέπει να εντάξει στις άμεσες προτεραιότητες διερεύνησης και τον έλεγχο της παράνομης διακίνησης καυσίμων (λαθρεμπόριο, νοθεία, δασμοφοροδιαφυγή, κλοπή, κ.λπ.). («Χαοτική» η κατάσταση στην αγορά πετρελαιοειδών λέει η ΠΟΠΕΚ, in.gr, 22/7/2015 https://www.in.gr/2015/07/22/economy/xaotiki-i-katastasi-stin-agora-petrelaioeidwn-leei-i-popek)
  3. η αλλοίωση ενός εκλογικού αποτελέσματος Βικιλεξικό
    • εκλογές βίας και νοθείας
    • Είπε για τη νοθεία των εκλογών, την αστασία των πολιτικών πεποιθήσεων, την ανειλικρίνεια των κυβερνώντων […] (Άγγελος Τερζάκης, Η μενεξεδένια πολιτεία. Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, ⁸1976), σ. 17)

Ετυμολογία

νοθεία < ελληνιστική νοθεία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνοθείανοθείες
Γενικήνοθείαςνοθειών
Αιτιατικήνοθείανοθείες
Κλητικήνοθείανοθείες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →