Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νοιάζει

ρήμα
•
  1. απρόσωπο ρήμαενδιαφέρει κάποιον, πειράζει κάποιον, κάποιος νοιάζεται γι' αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νοιάζει < ενεργητική φωνή του ρήματος νοιάζομαι (απαντά μόνο στο γ' πρόσωπο ενικού και πληθυντικού)

Άλλοι τύποι

νοιάζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →