νοιάζει
•
- απρόσωπο ρήμαενδιαφέρει κάποιον, πειράζει κάποιον, κάποιος νοιάζεται γι' αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νοιάζει < ενεργητική φωνή του ρήματος νοιάζομαι (απαντά μόνο στο γ' πρόσωπο ενικού και πληθυντικού)
Άλλοι τύποι
νοιάζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →