Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νοικάρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο μισθωτής, ο ενοικιαστής ενός διαμερίσματος ή δωματίου σε σχέση με τον ιδιοκτήτη του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νοικάρης < νοίκι + -άρης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνοικάρηςνοικάρηδες
Γενικήνοικάρηνοικάρηδων
Αιτιατικήνοικάρηνοικάρηδες
Κλητικήνοικάρηνοικάρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →