Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νοικιάζω

/niˈca.zo/ρήμα
•
  1. παραχωρώ ένα οίκημα ή όχημα ή κάτι άλλο προς ενοικίαση Βικιλεξικό
    • Ύστερα έδωσε εξετάσεις και πήρε το δίπλωμα του κυβερνήτου και αμέσως ανέλαβε τη διακυβέρνηση μιας ιδιόκτητης επαγγελματικής θαλαμηγού, που τη νοικιάζει σε τουρίστες για κρουαζιέρες στο Αιγαίο. (Γιώργος Κόμης, Ο Πειραιάς και οι άνθρωποί του: 1901-2001, εκδ. Ιωλκός, 2002, σελ. 316)
    • Αυτή επάνω στο τεσσάρι, ο Ιάκωβος κάτω στο δυάρι. Λάου - λάου ο Νέστωρ θ' αγόραζε όλη την πολυκατοικία, μπορεί και να' τανε τ' όνειρό του αυτό. Είχε αγοράσει άλλο ένα τεσσάρι στον πέμπτο και το νοίκιαζε (Μάρω Δούκα, Ουράνια μηχανική, εκδ. Κέδρος, 1999, σελ. 16)
  2. χρησιμοποιώ ένα σπίτι ή όχημα ή κάτι άλλο πληρώνοντας ενοίκιο στον ιδιοκτήτη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νοικιάζω < ενοικιάζω με αποβολή του αρχικού άτονου φωνήεντος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →