νοικοκυρόπαιδο
•
- παρωχημένοπαιδί / νέος καλής (και εύπορης) οικογενείας, μυαλωμένος και με σύνεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νοικοκυρόπαιδο < νοικοκύρης + -ο- + παιδί + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νοικοκυρόπαιδο | νοικοκυρόπαιδα |
| Γενική | νοικοκυρόπαιδου | νοικοκυρόπαιδων |
| Αιτιατική | νοικοκυρόπαιδο | νοικοκυρόπαιδα |
| Κλητική | νοικοκυρόπαιδο | νοικοκυρόπαιδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →