νοκ άουτ
•
- αθλητισμόςτο να παραμείνει ένας πυγμάχος πεσμένος στο καναβάτσο μετά από χτύπημα του αντιπάλου του και μετά από το μέτρημα του ορισμένου χρόνου, οπότε και θεωρείται ηττημένος Βικιλεξικό
- μεταφορικάεξαντλημένος, εξουθενωμένος Βικιλεξικό
- (σαν επίθετο) που δεν μπορεί να επαναληφθεί· λέγεται για αγώνες που το αποτέλεσμά τους κρίνει την πρόκριση ενός από τους αντιπάλους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νοκ άουτ < (άμεσο δάνειο) αγγλική knockout
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →