Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νομάρχισσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. επάγγελμαθηλυκό του νομάρχης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νομάρχισσα < νομάρχης + κατάληξη θηλυκού -ισσα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνομάρχισσανομάρχισσες
Γενικήνομάρχισσαςνομαρχισσών
Αιτιατικήνομάρχισσανομάρχισσες
Κλητικήνομάρχισσανομάρχισσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →