Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νομή

/noˈmi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νομικός όροςη φυσική εξουσίαση κάποιου πράγματος από πρόσωπο, χωρίς η κατοχή του να στηρίζεται πάντοτε σε πραγματικό δικαίωμα Βικιλεξικό
  2. έκταση όπου υπάρχει φυτική τροφή για ζώα Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηη φυτική τροφή που βρίσκουν τα ζώα και βοσκούν σ' αυτή την έκταση Βικιλεξικό
  4. ιατρικήλοίμωξη του στόματος και του προσώπου, η γαγγραινώδης στοματίτιδα (cancrus oris) Βικιλεξικό
    • Σήμερα στην υποσαχάρια Αφρική χιλιάδες παιδιά πάσχουν από παραμορφώσεις του προσώπου που προκαλούνται από τη γαγγραινώδη λοιμώδη νόσο νομή (από ερώτηση του Fiorello Provera με θέμα: «Παιδιά που έχουν προσβληθεί από νομή ή γαγγραινώδη στοματίτιδα (cancrum oris)» στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (28 Σεπτεμβρίου 2010), www.europarl.europa.eu· πρόσβαση: 2019-10-31).

Ετυμολογία

νομή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή νομή < αρχαία ελληνική νομή < νέμω :* για τους όρους σχετικά με την φυτική τροφή < αρχαία ελληνική νομή < νέμω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνομήνομές
Γενικήνομήςνομών
Αιτιατικήνομήνομές
Κλητικήνομήνομές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →