Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νομαδικός

/no.ma.ðiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αποτελείται ή σχετίζεται με νομάδες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νομαδικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική νομαδικός (ποιμενικός) < νομάς

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνομαδικόςνομαδικήνομαδικό
Γενικήνομαδικούνομαδικήςνομαδικού
Αιτιατικήνομαδικόνομαδικήνομαδικό
Κλητικήνομαδικένομαδικήνομαδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνομαδικοίνομαδικέςνομαδικά
Γενικήνομαδικώννομαδικώννομαδικών
Αιτιατικήνομαδικούςνομαδικέςνομαδικά
Κλητικήνομαδικοίνομαδικέςνομαδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →