νομαρχίνα
•
- επάγγελμαθηλυκό του νομάρχης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νομαρχίνα < νομάρχης + -ίνα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νομαρχίνα | νομαρχίνες |
| Γενική | νομαρχίνας | — |
| Αιτιατική | νομαρχίνα | νομαρχίνες |
| Κλητική | νομαρχίνα | νομαρχίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →