νομαρχιακός
•
- που έχει σχέση με νομαρχία ή νομάρχη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένονομαρχιακή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νομαρχιακός < νομαρχία + -ακός ή νομάρχης + -ιακός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική préfectoral)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νομαρχιακός | νομαρχιακή | νομαρχιακό |
| Γενική | νομαρχιακού | νομαρχιακής | νομαρχιακού |
| Αιτιατική | νομαρχιακό | νομαρχιακή | νομαρχιακό |
| Κλητική | νομαρχιακέ | νομαρχιακή | νομαρχιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νομαρχιακοί | νομαρχιακές | νομαρχιακά |
| Γενική | νομαρχιακών | νομαρχιακών | νομαρχιακών |
| Αιτιατική | νομαρχιακούς | νομαρχιακές | νομαρχιακά |
| Κλητική | νομαρχιακοί | νομαρχιακές | νομαρχιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →