Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νομαρχιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με νομαρχία ή νομάρχη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένονομαρχιακή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νομαρχιακός < νομαρχία + -ακός ή νομάρχης + -ιακός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική préfectoral)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνομαρχιακόςνομαρχιακήνομαρχιακό
Γενικήνομαρχιακούνομαρχιακήςνομαρχιακού
Αιτιατικήνομαρχιακόνομαρχιακήνομαρχιακό
Κλητικήνομαρχιακένομαρχιακήνομαρχιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνομαρχιακοίνομαρχιακέςνομαρχιακά
Γενικήνομαρχιακώννομαρχιακώννομαρχιακών
Αιτιατικήνομαρχιακούςνομαρχιακέςνομαρχιακά
Κλητικήνομαρχιακοίνομαρχιακέςνομαρχιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →