νομαρχιακώς
•
- από την πλευρά ή με τις ενέργειες του νομάρχη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νομαρχιακώς < νομαρχιακός + -ώς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
νομαρχιακώς < νομαρχιακός + -ώς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →