Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νομαρχώ

ρήμα
•
  1. είμαι νομάρχης, ασκώ τα καθήκοντα του νομάρχη Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηαναπληρώνω τον νομάρχη στα νομαρχιακά του καθήκοντα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νομαρχώ < αρχαία ελληνική νομαρχέω / νομαρχῶ < νομάρχης

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →