νοματίζω
•
- ονοματίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νοματίζω < ονοματίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | νοματίζω | νοματίζεις | νοματίζει | νοματίζουμε | νοματίζετε | νοματίζουν / νοματίζουνε |
| Παρατατικός | νομάτιζα | νομάτιζες | νομάτιζε | νοματίζαμε | νοματίζατε | νομάτιζαν / νοματίζαν / νοματίζανε |
| Αόριστος | νομάτισα | νομάτισες | νομάτισε | νοματίσαμε | νοματίσατε | νομάτισαν / νοματίσαν / νοματίσανε |
| Μέλλοντας | θα νοματίζω / θα νοματίσω | θα νοματίζεις / θα νοματίσεις | θα νοματίζει / θα νοματίσει | θα νοματίζουμε / θα νοματίσουμε | θα νοματίζετε / θα νοματίσετε | θα νοματίζουν / θα νοματίζουνε / θα νοματίσουν / θα νοματίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω νοματίσει | έχεις νοματίσει | έχει νοματίσει | έχουμε νοματίσει | έχετε νοματίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα νοματίσει | είχες νοματίσει | είχε νοματίσει | είχαμε νοματίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω νοματίσει / να νοματίζω / να νοματίσω | να έχεις νοματίσει / να νοματίζεις / να νοματίσεις | να έχει νοματίσει / να νοματίζει / να νοματίσει | να έχουμε νοματίσει / να νοματίζουμε / να νοματίσουμε | να έχετε νοματίσει / να νοματίζετε / να νοματίσετε | να νοματίζουν / να νοματίζουνε / να νοματίσουν / να νοματίσουνε |
| Προστακτική | — | νομάτιζε / νομάτισε | — | — | νοματίζετε / νοματίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →