νομενκλατούρα
•
- ονοματολογία, ονοματοδοσία Βικιλεξικό
- κατάλογος ονομάτων αξιωματούχων στα σοσιαλιστικά καθεστώτα Βικιλεξικό
- κατ' επέκτασηη προνομιούχα κοινωνική τάξη των αξιωματούχων, ιδίως στα σοσιαλιστικά καθεστώτα Βικιλεξικό
- κομματική/συνδικαλιστική νομενκλατούρα Βικιλεξικό
- μειωτικάστελέχη που νέμονται αξιώματα, προνόμια και διευκολύνσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νομενκλατούρα < (άμεσο δάνειο) ρωσική номенклатура (nomenklatúra) < λατινική nomenclatura < nomenclator < nomen + calo
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νομενκλατούρα | νομενκλατούρες |
| Γενική | νομενκλατούρας | — |
| Αιτιατική | νομενκλατούρα | νομενκλατούρες |
| Κλητική | νομενκλατούρα | νομενκλατούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →