νομικό πρόσωπο
•
- νομικός όροςο δια νόμου φορέας που δημιουργείται με σύζευξη, συνένωση φυσικών προσώπων, αλλά και με άλλων νομικών προσώπων για την επίτευξη ενός σκοπού ή, γενικότερα, προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων των μελών του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νομικό πρόσωπο < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική personne juridique.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νομικό πρόσωπο | νομικά πρόσωπα |
| Γενική | νομικού προσώπου | νομικών προσώπων |
| Αιτιατική | νομικό πρόσωπο | νομικά πρόσωπα |
| Κλητική | νομικό πρόσωπο | νομικά πρόσωπα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →