νομιμοποίηση
•
- η ενέργεια με την οποία κάτι ή κάποιος που θεωρείται παράνομος γίνεται νόμιμος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νομιμοποίηση < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νομιμοποίηση | νομιμοποιήσεις |
| Γενική | νομιμοποίησης | νομιμοποιήσεων |
| Αιτιατική | νομιμοποίηση | νομιμοποιήσεις |
| Κλητική | νομιμοποίηση | νομιμοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →