νομιμοφανής
•
- που φαίνεται νόμιμος, που δίνει αυτήν την εντύπωση, χωρίς απαραίτητα και να είναι και κατ' ουσίαν σύμφωνος με το πνεύμα του δικαίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νομιμοφανής < νόμιμ(ος) + -ο- + -φανής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νομιμοφανής | νομιμοφανής | νομιμοφανές |
| Γενική | νομιμοφανούς | νομιμοφανούς | νομιμοφανούς |
| Αιτιατική | νομιμοφανή | νομιμοφανή | νομιμοφανές |
| Κλητική | νομιμοφανή / νομιμοφανής | νομιμοφανής | νομιμοφανές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νομιμοφανείς | νομιμοφανείς | νομιμοφανή |
| Γενική | νομιμοφανών | νομιμοφανών | νομιμοφανών |
| Αιτιατική | νομιμοφανείς | νομιμοφανείς | νομιμοφανή |
| Κλητική | νομιμοφανείς | νομιμοφανείς | νομιμοφανή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →