νομιμότητα
•
- το να είναι κάποιος ή κάτι νόμιμο(ς) Βικιλεξικό
- η κατάσταση κατά την οποία επικρατεί το νόμιμο Βικιλεξικό
- Η προσπάθειά του να επαναφέρει την ελέω Θεού νομιμότητα στους ευρωπαϊκούς θεσμούς αποτελούσε αναχρονισμό μετά τη Γαλλική Επανάσταση. Όμως παρά το 1821 στην Ελλάδα και το 1830 στη Γαλλία , ο Μέτερνιχ κατάφερε να διατηρηθεί η ειρήνη στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες έως το 1848... (Θάνος Βερέμης, 1821. Η δημιουργία ενός έθνους-κράτους, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)
Ετυμολογία
νομιμότητα < ελληνιστική κοινή νομιμότης ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική légalité)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νομιμότητα | νομιμότητες |
| Γενική | νομιμότητας | νομιμοτήτων |
| Αιτιατική | νομιμότητα | νομιμότητες |
| Κλητική | νομιμότητα | νομιμότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →