νομισματολογικώς
•
- παρωχημένονομισματολογικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νομισματολογικώς < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα νομισματολογικῶς. Συγχρονικά αναλύεται σε νομισματολογικ(ός) + -ώς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →