Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νομισματοπώλης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαο έμπορος παλαιών νομισμάτων που έχουν συλλεκτική αξία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νομισματοπώλης < ελληνιστική κοινή νομισματοπώλης < αρχαία ελληνική νόμισμα + πωλέω / πωλῶ, μορφολογικά αναλύεται σε νομισμάτ(ων) + -ο- + -πώλης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνομισματοπώληςνομισματοπώλες
Γενικήνομισματοπώληνομισματοπωλών
Αιτιατικήνομισματοπώληνομισματοπώλες
Κλητικήνομισματοπώληνομισματοπώλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →