νομισματοσυλλέκτρια
•
- η συλλέκτρια νομισμάτων με ιστορική-αρχαιολογική αξία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νομισματοσυλλέκτρια < θηλυκό του νομισματοσυλλέκτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νομισματοσυλλέκτρια | νομισματοσυλλέκτριες |
| Γενική | νομισματοσυλλέκτριας | νομισματοσυλλεκτριών |
| Αιτιατική | νομισματοσυλλέκτρια | νομισματοσυλλέκτριες |
| Κλητική | νομισματοσυλλέκτρια | νομισματοσυλλέκτριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →