Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νομοθετικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με τη νομοθεσία Βικιλεξικό
    • νομοθετικό σώμα

Ετυμολογία

νομοθετικός < νομοθέτης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνομοθετικόςνομοθετικήνομοθετικό
Γενικήνομοθετικούνομοθετικήςνομοθετικού
Αιτιατικήνομοθετικόνομοθετικήνομοθετικό
Κλητικήνομοθετικένομοθετικήνομοθετικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνομοθετικοίνομοθετικέςνομοθετικά
Γενικήνομοθετικώννομοθετικώννομοθετικών
Αιτιατικήνομοθετικούςνομοθετικέςνομοθετικά
Κλητικήνομοθετικοίνομοθετικέςνομοθετικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →