νομοθετικός
•
- ο σχετικός με τη νομοθεσία Βικιλεξικό
- νομοθετικό σώμα
Ετυμολογία
νομοθετικός < νομοθέτης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νομοθετικός | νομοθετική | νομοθετικό |
| Γενική | νομοθετικού | νομοθετικής | νομοθετικού |
| Αιτιατική | νομοθετικό | νομοθετική | νομοθετικό |
| Κλητική | νομοθετικέ | νομοθετική | νομοθετικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νομοθετικοί | νομοθετικές | νομοθετικά |
| Γενική | νομοθετικών | νομοθετικών | νομοθετικών |
| Αιτιατική | νομοθετικούς | νομοθετικές | νομοθετικά |
| Κλητική | νομοθετικοί | νομοθετικές | νομοθετικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →