Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νομοθετώ

ρήμα
•
  1. συντάσσω τους νόμους και τους θέτω σε ισχύ Βικιλεξικό
    • Ο Χάρτης δεν θίγει ουδαμώς το δικαίωμα των κρατών μελών να νομοθετούν στον τομέα της δημόσιας ηθικής, του οικογενειακού δικαίου καθώς και της προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και του σεβασμού της ανθρώπινης σωματικής και ηθικής ακεραιότητας. (Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, C 202/358, 7/6/2016 https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=CELEX:12016L/AFI/DCL/61&from=EN)

Ετυμολογία

νομοθετώ < νομοθέτης

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →