Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νομοκάνονας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. θρησκείασυλλογή εκκλησιαστικών κανόνων ή διαφόρων νόμων και (βυζαντινών) αυτοκρατορικών διαταγμάτων που αφορούν την εκκλησία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νομοκάνονας < μεσαιωνική ελληνική νομοκάνονας / νομοκάνων

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνομοκάνοναςνομοκάνονες
Γενικήνομοκάνονανομοκανόνων
Αιτιατικήνομοκάνονανομοκάνονες
Κλητικήνομοκάνονανομοκάνονες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →