Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νομοταγής

/no.mo.taˈʝis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που υποτάσσεται στους νόμους Βικιλεξικό
    • οι νομοταγείς πολίτες

Ετυμολογία

νομοταγής < νομο- + -ταγής κατά το ελληνιστικό ὁμοταγής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνομοταγήςνομοταγήςνομοταγές
Γενικήνομοταγούςνομοταγούςνομοταγούς
Αιτιατικήνομοταγήνομοταγήνομοταγές
Κλητικήνομοταγή / νομοταγήςνομοταγήςνομοταγές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνομοταγείςνομοταγείςνομοταγή
Γενικήνομοταγώννομοταγώννομοταγών
Αιτιατικήνομοταγείςνομοταγείςνομοταγή
Κλητικήνομοταγείςνομοταγείςνομοταγή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →