Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νομοτελειακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει τον χαρακτήρα της νομοτέλειας Βικιλεξικό
  2. που προκύπτει ως νομοτέλεια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νομοτελειακός < νομοτέλεια

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνομοτελειακόςνομοτελειακήνομοτελειακό
Γενικήνομοτελειακούνομοτελειακήςνομοτελειακού
Αιτιατικήνομοτελειακόνομοτελειακήνομοτελειακό
Κλητικήνομοτελειακένομοτελειακήνομοτελειακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνομοτελειακοίνομοτελειακέςνομοτελειακά
Γενικήνομοτελειακώννομοτελειακώννομοτελειακών
Αιτιατικήνομοτελειακούςνομοτελειακέςνομοτελειακά
Κλητικήνομοτελειακοίνομοτελειακέςνομοτελειακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →